full screen background image
Search
Τετάρτη 21 Αύγουστος 2019
  • :
  • :

Αφιέρωμα: JAGUAR Mk Ι/II

Ανέκαθεν η Jaguar αποτελούσε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στο χώρο της αυτοκίνησης, αφού όλα τα μοντέλα της τα συνόδευε η αίσθηση μιας ανώτερης κλάσης, βοηθώντας τα να ξεχωρίζουν από των άλλων κατασκευαστών.

Ειδικότερα, η σειρά Mk I/II ήταν αυτή που συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην καθιέρωση αυτής της κατάστασης, αφού με μοναδική εξαίρεση την EType, εξακολουθεί να θεωρείται ως το πιο «αισθησιακό» μοντέλο της μεταπολεμικής Βρετανικής αυτοκινητοβιομηχανίας.

Όταν είχε πρωτοπαρουσιαστεί το 1955, η Mk I διέθετε οτιδήποτε θα μπορούσε να επιθυμήσει κανείς σε ένα αυτοκίνητο. Eμφάνιση, επιδόσεις, κρατήματα, πολυτέλεια, δύναμη και καλή σχέση πραγματικής αξίας με τιμή αγοράς.

Σήμερα, ασφαλώς η εμφάνιση του «προδίδει» την ηλικία του, σαν ένα τυπικό αυτοκίνητο που έρχεται από την δεκαετία του 1950.

Η θέση του παρμπρίζ σχετικά κοντά στο τιμόνι, το γυαλισμένο ξύλινο ταμπλό με τα χαρακτηριστικά όργανα και βέβαια η μυρωδιά του δέρματος της ταπετσαρίας, αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία εκείνης της περιόδου.

Η αρχική πρόθεση της δημιουργίας του ήταν να υπάρξει ένα μικρότερο μοντέλο που θα πλαισίωνε το ήδη υπάρχον ογκώδες Mk VII, όχι μόνον γιατί θα έφερνε στην εταιρία νέο αγοραστικό κοινό, αλλά και γιατί θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν περαιτέρω και κάποια κοινά εξαρτήματα με τα άλλα μοντέλα του εργοστασίου που ήδη ήταν σε παραγωγή.

Οι σχεδιαστικές παράμετροι είχαν οριστεί από τον Bill Heynes, σε συνεργασία με το αφεντικό της Jaguar, τον Sir William Lyons, αφήνοντας τις λεπτομέρειες για τους σχεδιαστές και τους μηχανικούς.

Απετέλεσε το πρώτο αυτοκίνητο της εταιρίας με αυτοφερόμενο αμάξωμα, αλλά και υποπλαίσιο στο εμπρός μέρος, όπου ήταν στερεωμένη η ανάρτηση.

Αρχικά με κινητήρα 2.483 κ.ε.κ και από το Μάρτιο του 1957 και με 3.442 κ.ε.κ, πάντα με έξι κυλίνδρους σε σειρά, το Mk I ολοκλήρωσε την πορεία του το Σεπτέμβριο του 1959, έχοντας κατασκευαστεί σε 36.740 μονάδες, για να ακολουθήσει από τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς το δημοφιλέστερο, όπως αποδείχθηκε, Mk II.

Με μεγαλύτερο πίσω παρμπρίζ, κεντρική κονσόλα, ξανασχεδιασμένο και κοντύτερο το πίσω μέρος, διαφορετικά εμπρός φλας και ελαφρώς διαμορφωμένη μάσκα, ανάμεσα σε άλλες μικρότερες αλλαγές, παρουσιάστηκε η Mk II στο Σαλόνι Αυτοκινήτου του Earls Court στο Λονδίνο.

Αποσπώντας διθυραμβικά σχόλια από τα έντυπα της εποχής, επρόκειτο σύντομα να αναδειχθεί σε τζακ ποτ του εργοστασίου, ενώ όταν έκανε την εμφάνισή του σε ανάλογη Έκθεση πολυτελών αυτοκινήτων στη Νέα Υόρκη, ανακηρύχθηκε «Αυτοκίνητο της Χρονιάς 1960».

Εκτός από τους ήδη γνωστούς κινητήρες των 2.4 και 3.4 λίτρων, το αυτοκίνητο προσφερόταν και με αυτόν των 3.781 κ.ε.κ, που χρησιμοποιούσε και η περίφημη σειρά ΧΚ, αναδεικνύοντας το Mk II και σε ένα εξαιρετικό αυτοκίνητο με σπορ επιδόσεις, παρότι τετράθυρο.

Επίσης, ο μακρύτερος πίσω άξονας του Mk II, σε σχέση με την Mk I, είχε συντελέσει ώστε το κράτημα στο δρόμο να χαρακτηριστεί μοναδικό, ενώ η δυνατότητα αγοράς του μοντέλου και με ακτινωτές ζάντες, του προσέδιδε διαφορετικό χαρακτήρα, βοηθώντας και στην καλύτερη ψύξη των φρένων.

Οι ξεχωριστές του ιδιότητες είχαν σαν αποτέλεσμα να γίνει προσφιλές στον βρετανικό υπόκοσμο εκείνης της περιόδου, αλλά σαν απάντηση και η βρετανική αστυνομία είχε προμηθευτεί συνολικά 37 τέτοια αυτοκίνητα.

Χαρακτηριστικότερη περίπτωση είναι εκείνη της μεγάλης ληστείας του τρένου, που είχε γίνει το 1963 σε χρηματαποστολή της Γλασκώβης και γυρίστηκε το 1966 σε ταινία με τίτλο «Η ληστεία του αιώνα», όπου στην πραγματικότητα, αλλά και στην ταινία, οι ληστές είχαν διαφύγει με τέτοιο αυτοκίνητο.

Ακόμη, αστέρες του κινηματογράφου και της μουσικής, αριστοκράτες και μεγαλοαστοί, οδηγούσαν αυτό το διάσημο όχημα, αφού πέρα από την προσωπική ευχαρίστηση, δεν είχαν τον κίνδυνο να θεωρηθούν από τους περαστικούς ως επαγγελματίες σοφέρ κάποιου άλλου «υψηλού» προσώπου που θα ήταν και ο ιδιοκτήτης.

Αναπόφευκτα, η Mk II δεν θα μπορούσε να μείνει μακριά από τους αγώνες. Εκπληκτικοί οδηγοί, όπως ο Jim Clark, o Graham Hill, oBruce McLaren και ο John Surtees, είχαν κυριαρχήσει στις αρχές της δεκαετίας του 1960, στους αγώνες της κατηγορίας Τουρισμού.

Ακόμη, το Μάρτιο του 1963, σε μια ενδιαφέρουσα δοκιμασία στην πίστα της Μόντσα στην Ιταλία, μια Mk II κατάφερε σε διάστημα τεσσάρων ημερών και τεσσάρων νυκτών να καλύψει μια απόσταση 16.000 χιλιομέτρων, με μέση ταχύτητα 165 χλμ./ώρα, χωρίς διακοπή, εκτός από τις αναπόφευκτες στάσεις για ανεφοδιασμό καυσίμων και αλλαγή οδηγών.

Η καριέρα του μοντέλου επρόκειτο να ολοκληρωθεί το Σεπτέμβριο του 1967, έχοντας κατασκευαστεί συνολικά 83.980 μονάδες και με τους τρεις τύπους των 6-κύλινδρων κινητήρων, που είχαν ιπποδυνάμεις από 120 μέχρι 220 ίππους, τόσο με αυτόματο, όσο και χειροκίνητο σασμάν.

Στη συνέχεια, για μια σύντομη περίοδο, από το Σεπτέμβριο του 1967 μέχρι τον Απρίλιο του 1969, είχε κυκλοφορήσει η «φθηνότερη» έκδοση του ίδιου μοντέλου, με την κωδική ονομασία 240/340.

Η παραγωγή του είχε πλησιάσει τις 7.000 μονάδες και τα διακριτικά του σχετιζόταν με τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα, που ήταν 2.483 και 3.442 αντίστοιχα.

Έχοντας περάσει δεκαετίες από την πρώτη κυκλοφορία τόσο της Mk I, όσο και της Mk II, η σφραγίδα του αυτοκινήτου κατάφερε να μείνει ανεξίτηλη στο χρόνο και να θεωρείται σήμερα αυθεντικό σύμβολο της βρετανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, δικαιώνοντας την απόφαση των δημιουργών της να κατασκευάσουν ένα αυτοκίνητο που θα διέθετε χάρη, χώρους και επιδόσεις (grace, space and pace).

Ακόμη, υπήρξε η αφορμή για την κατασκευή και πλουσιότερων μοντέλων της Jaguar, όπως η S-Type και η 420, αλλά και η αντίστοιχη Daimler με τον ιδιαίτερο V8 κινητήρα και τα 2.548 κ.ε.κ…